Τα δικά μου βάγια…. (Μέρος δεύτερο, λίγα χρόνια μετά).

Πέρασε πολλά για να φτάσει ως εδώ. Στην έβδομη πύλη ήταν το ραντεβού, της είχε πει.

Ξημερώθηκε να ταξιδεύει κι έφτασε στην ιερή πόλη καθώς χάραζε. Μαβιά και τριανταφυλλί χρώματα ενός ανεξιχνίαστου μέλλοντος πένθους και ζωής συνάμα, έβαφαν τον ουρανό.

΄Έβαλε δυο τούβλα πρόχειρα σε μια γωνιά στο χώμα και έβγαλε τα σύνεργα να ετοιμάσει τον καφέ. Σκέφτηκε τη ζωή της ως τώρα.

Περιπλανήθηκε πολύ. ΄Έπεσε. Ένιωσε πολλές φορές την οσμή του υπονόμου στη μύτη. Κοιμήθηκε νύχτες ολόκληρες μόνη στο σκοτάδι. Μαστίγωσε τον εαυτό της αλύπητα, όπως έκαναν οι Ρωμαίοι στους Χριστιανούς χρόνια τώρα…

Αλλά είχε τα μάτια στραμένα πάντα προς τον ουρανό κι έψαχνε εκείνο το φωτεινό άστρο. Της Βηθλεέμ. ΄Ηταν εκεί εκείνο το βράδυ. Ξημερώθηκε με τους άλλους. Κι όταν ο Ηρώδης έκανε διωγμό πήγε μπροστά-μπροστά στη διαδήλωση. Φυσικά ακολούθησαν βομβαρδισμοί….΄Ηταν ο πόλεμος κρυφός, αδυσώπητος. Φορές νόμιζε πως όλο αυτό θα τη λυγίσει.

Περιπλανήθηκε πολύ και έψαξε να βρει το δρόμο. Με τους αμφισβητίες, τους σκοτεινούς ποιητές, τους δύσκολους παραμυθάδες, όλοι φωτισμένες ψυχές και γι αυτό τυρρανισμένες. Τα εύκολα ποτέ δεν την έλκυαν και το ήξερε.

Συγχρωτίστηκε με τους ανυπόταχτους οργανοπαίχτες, τους αντιρρησίες της Τέχνης, τους εραστές της Ζωής. ΄Ολους αυτούς που είχαν πάντα κάτι καινούργιο να πούνε, που έμοιαζε φρέσκο κι ας είχαν περάσει χρόνια, κι ας είχαν φύγει, κι ας είχαν δει σκοτεινά μονοπάτια για να συναντήσουν τη φωτεινή αλήθεια. Με σκοπό μόνο να τη μεταδώσουν στους ανθρώπους. Πλάσματα απόκοσμα με αδυναμίες ανθρώπινες και θεϊκές εμπνεύσεις…

Μαθήτευσε εκεί και ταξίδεψε πολύ στη γνώση και στη γραφή. Παλι απ΄την αρχή, «χάρτης ευαγός προς απογραφήν».  Σ΄αυτούς κοντά ένιωθε ότι θα βρει την άκρη της.

Με το δισάκι της γεμάτο πολλά αναγνώσματα και λιγοστό ψωμί, αλλά με το χαμόγελο στα χείλη και σταθερό, γρήγορο βήμα, αναζήτησε τη διδαχή του Θεού στην Αγάπη. Παρακάλεσε με όλα τα κεριά τα ταπεινά του κόσμου της, και τα άσβηστα καντήλια τις νύχτες τον Κύριο, σ΄όλες τις πιθανές γλώσσες, τρόπους και θρησκείες, να τη λυτρώσει.

Κι εκείνος στο τέλος, μάλλον επειδή βαρέθηκε να την ακούει να παρακαλάει τόσο επίμονα, αποφάσισε να τη βοηθήσει. Της έστειλε Εκείνον.

Η μορφή του ερχόταν τώρα μπροστά της, καθώς απόσωνε τον καφέ και με σπουδή ετοιμαζόταν να τον συναντήσει. ΄Ολοι μιλούσαν γι’αυτόν. Απ΄όπου περνούσε άφηνε ένα λευκό, ιαματικό φως. Και το παραμικρό θαύμα έμοιαζε πραγματική πιθανότητα μαζί του. Και τα θαύματα γίνονταν το ένα πίσω απ τ΄άλλο όπου πήγαινε, και στα βήματά του ακολουθούσαν κι άλλοι…

Ο κόσμος τον άκουγε γοητευμένος κρεμόταν απ΄τα χείλη του. Ακούγοντάς τον να μιλά, έπαιρνε δύναμη και με τις δικές του δυνατότητες, μάθαινε κοντά του απλώς να κάνει πίστη την Αγάπη. Καθημερινή πρακτική. Στάση ζωής.  Τόσο απλό. Και τόσο δύσκολο να μοιάζει πριν….

Σηκώθηκε απαλά και τυλίχτηκε στο σάλι της. Το βλέμμα της ταξίδεψε πίσω στην επττάπυλο πόλη και η καρδιά της γέμισε προσμονή. Η ώρα της είχε φτάσει.

Ως εδώ είχε πασχίσει να είναι, δεν της χαρίστηκε τίποτε. Ασκήθηκε στην εγκαρτέρηση, έμαθε να υπομονεύει. Κράτησε την ακεραιότητά της αλώβητη. ΄Άνοιξε την καρδιά της ξανά και έδωσε συγχώρεση.  Έβαλε σε προτεραιότητα το καλό άλλων και μοίρασε αγάπη.

Ο κόσμος είχε δημιουργήσει ήδη αδιαχώρητο στην είσοδο της πόλης. Πάνω σ΄ένα ταπεινό γαϊδουράκι, στεφανωμένος με βάγια, θα έμπαινε σε λίγο στην Κυριακή τους και θα τους άλλαζε τη ζωή.

΄Ηταν έτοιμοι. Και θαρραλέοι. Ο φόβος δεν τους είχε νικήσει.

Ούτε κι εκείνη. Δε φοβόταν πια.

Ωσαννά.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s