Ο Λεβιάθαν δε φάνηκε και σήμερα …

image.jpeg

Έπρεπε οπωσδήποτε να βρει το Λεβιάθαν, καταλαβαίνεις ; Έπρεπε να μάθει, έπρεπε να της εξηγήσει. Η θάλασσα ηταν άγρια, αφρισμένη και μανιασμένη σαν τη μοναξιά.
Δεν την ένοιαζε, ειχε συνηθίσει. Τόσα χρονια η ιδια, την ήξερε.
Την κοιτούσε να γλείφει την ακτή κι απλά μετρούσε σε ποιο κύμα θα βουτήξει.

Διάλεξε ένα που της άρεσε ο ζυγός αριθμός του και μπήκε. Τα πόδια της μπερδεύτηκαν σ ένα δεσμευτικό χαλί από φύκια. Δεν τάχασε, εκανε δυο ψαλιδιές και λευτερώθηκε. Δυο ψαλιδιές ηταν πάντα ως την επόμενη σκλαβιά.

Η θάλασσα τη δέχτηκε ξανά. Τα κύματα φαντάζαν τρομερά και απειλητικά απέξω, αλλά στην αγκαλιά της ένιωθε ασφάλεια, το νερό ηταν φιλόξενο, ζεστό και γεμάτο οξυγονο.

Πρόσεχε το σημάδι που ειχε βάλει στην ακτή για να μην την πάρει ο καιρός. Ξανά μαζί και μόνη. Η παραλία, η θάλασσα, ο Θεός κι εκείνη. Άνθρωπος κανεις. Κι ο Λεβιάθαν  άφαντος.

Βγήκε προσεχτικά πισοπατώντας. Πάντα ετσι. Με το βλέμμα στο κύμα και όρθια μονο έξω. Αλλιώς σε παίρνει από κάτω πριν προλάβεις να πεις κιχ.

Και τότε το είδε. Ένα κομματι γυαλί ανάμεσα στα βότσαλα. Ταλαιπωρημένο,  αργασμένο  και θαμπό σαν τη ζωή της. Αλλά πάντα διαφανές, διαπερατό κι ευάλωτο. Σαν την ψυχή της.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s