Τρένο 600, Βαγόνι Α1, θέση 32.

 395757_10150535211164410_188219666_n
Αξημέρωτα ξύπνησε και σηκώθηκε να ετοιμαστεί. Αν κοιμήθηκε καθόλου, δηλαδή…. Είχε τη μαθητική εκείνη αγωνία που την έκανε, ενώ στις μέρες σχολείου δεν είχε σηκωμό, όταν πήγαιναν εκδρομή την επομένη να μην κοιμάται τη νύχτα και το πρωί το μάτι της γαρίδα πριν το ξυπνητήρι.
΄Ετσι κι απόψε, στο φτερό κοιμήθηκε. Κάτι μισάωρα με όνειρα γεμάτα χρώματα, μουσικές μπερδεμένες, όχι αυτές που προετοιμάζουν το θεατή για τη δράση στο σινεμά, όχι, όμορφες, και μια αδιόρατη αχλύ, σα λεπτό δίχτυ για μικρά ψαράκια, να πλανιέται στα όνειρα, να μπαίνει στα χρώματα και πάνω της να κολλάνε ευτυχισμένα κοχύλια, στρείδια, καβουράκια μικρά και κοβιοί. ΄Οπως αυτοί που μάζευαν με τους κουβάδες και τους τάιζαν για λίγο ως κατοικίδια τα καλοκαίρια.
Σηκώθηκε λοιπόν απ΄αυτόν τον ονειρώδη ύπνο και κοίταξε τη βαλίτσα δίπλα στο κομοδίνο. ΄Ηταν ακόμα ανοιχτή, αλλά δεν της χρειαζόταν να βεβαιωθεί ότι δεν είχε ξεχάσει τίποτε. ΄Ηταν σίγουρη ότι ήταν όλα μέσα. Της την είχε δώσει την προηγούμενη μέρα. Μαζί με το εισητήριο. Σ΄ένα όμορφο πάρκο με γρασίδι καταπράσινο σαν πράσινο μήλο και λεύκες πανύψηλες όπως αυτές που είχαν κάποτε στο σχολείο. Το χειμώνα έπεφταν τα φύλλα τους κι ασήμιζαν τις πλάκες των μικρών διαδρόμων που οδηγούσαν στα πάνω γήπεδα. Και την άνοιξη, έπαιρναν σουγιαδάκια και χάραζαν στη σάρκα τους τα αρχικά τους, το αρχικό το δικό τους και του αγοριού. ΄Η ακόμα πιο προχώ : Μ + Ν = LOVE, ας πούμε. Εκείνη ποτέ. Εκείνη δεν ήθελε να πληγώνει ματαιόδοξα τα δέντρα. Και δεν είχε κανέναν να βάλει μετά το συν. Γιατί εκείνος δεν είχε έρθει. Ακόμα.
Η βαλίτσα ήταν παλ ροδακινί με δερμάτινα δεσίματα σαν αυτές τις παλιές που κρατούσαν στις ελληνικές ταινίες οι βλάχοι σαν το Θύμιο που κατέβαιναν στην Αθήνα και έδιναν ραντεβού στην Ομόνοια, έξω απ΄τον Μπακάκο. ΄Ηταν βαθιά, με ωραίες υφασμάτινες θήκες για τα ψιλοπράγματα. Στον πάτο δεν είχε καθόλου ελεύθερο χώρο, ήταν όλη χωρίσματα.
Ξύλινα χωρίσματα, μικρά μικρά τετράγωνα κουτάκια και μέσα, σε όσα είχαν γεμίσει, είχε μικρά σακουλάκια με πραγματάκια. Τον είχε ρωτήσει τι είναι.
“Είναι η αποσκευή σου, όλα όσα σου χρειάζονται είναι εδώ. Μη ρωτάς. Ξέρεις τι είναι. Τα έχεις ήδη στις αναμνήσεις σου ή στην καρδιά σου. Μην πάρεις τίποτε άλλο μαζί σου. ΄Ολα είναι .”
“Κι αυτό εδώ, τι είναι;”. Πρόσεξε ένα μεγάλο μαύρο υφασμάτινο πουγκί. Δεμένο σφιχτά με το κορδόνι του, ακόμα και το σχήμα από μέσα δεν έδινε καμιά ιδέα για το περιεχόμενο.
“Δε σου χρειάζεται στο ταξίδι, αυτό. Μόλις ξεκινήσει το τρένο, άνοιξε το παράθυρο και πέταξέ το έξω.”
Τον κοιτούσε με κομμένη την ανάσα και δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Πάντα το πάθαινε αυτό όταν τον κοιτούσε, χάνονταν οι λέξεις και ποιος ξέρει πού πηγαίνανε να της κρυφτούν.
Πήγε στο μπάνιο, πλύθηκε, έπλυνε τα δόντια της. Χμ, θα πάρω μαζί μου την οδοντόβουρτσα τουλάχιστον, τι στο καλό ! Χτενίστηκε, πήγε στο δωμάτιο, ντύθηκε κι ύστερα πήγε στο παράθυρο κι έκλεισε το παντζούρι. Σήκωσε τη βαλίτσα και την τσάντα της και προχώρησε στο χωλ. Το σπίτι έμοιαζε να έχει δικιά του αυτοπεποίθηση και να μη σκάει διόλου που φεύγει. Το ίδιο κι εκείνη. ΄Ανοιξε την εφαρμογή και κάλεσε ταξί για το Σταθμό Λαρίσης. Από κει ξεκινούσε το ταξίδι με το Intercity.
΄Εφτασε μισή ώρα πριν την αναχώρηση, αλλά βιάστηκε να πάει να βρει τη θέση της και να καθίσει στο βαγόνι. Νόμιζε ότι σε λίγο θα ξεπεταχτούν από κάπου και οι υπόλοιπες συμμαθήτριες με τις συνοδούς φιλολόγους για να ξεκινήσει η πενταήμερη. ΄Ετσι ένιωθε….
Βόλεψε τη βαλίτσα στο ράφι από πάνω απ΄το κεφάλι της και κάθισε στο παράθυρο. Πάντα παράθυρο. ΄Εβαλε τα ακουστικά στ΄αυτιά κι έψαξε την αγαπημένη της μουσική. Είχε μελετήσει, όπως τόκανε πάντα, ποιο τραγούδι θα ακουγόταν στο κεφάλι της όταν θα ξεκινούσε το τρένο. Τα μεγάφωνα ανήγγειλαν την αναχώρηση, πάτησε το play και σηκώθηκε ν΄ανοίξει το παράθυρο. ΄Εβγαλε απ΄την τσάντα της το μαύρο πουγκί. Το κοίταξε για λίγο σαν να το αποχαιρετούσε και ύστερα με μια κίνηση σχεδόν μπαλετική, άπλωσε το χέρι και το άφησε να φύγει έξω απ΄το παράθυρο του τρένου.
΄Οταν κάθισε, τον είδε απέναντί της με την εφημερίδα στο χέρι, να την κοιτάζει αμέριμνα και να της χαμογελάει, σα να ήταν από πάντα εκεί.
“Τι κάνεις εδώ;”
“Τι θες να κάνω; – Ρουφάω το κύριο άρθρο της Αυγής !….”
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s