Ξαναβρήκα τον ύπνο μου…..

ΟΧΙ

 

Διάφορα άρθρα και εκτιμήσεις σήμερα θα γραφτούν, θα γίνουν εκτιμήσεις, αναλύσεις προγνώσεις.
Εγώ θα σας πω μια ιστορία που μου έλεγε ο μπαμπάς μου κάθε φορά που στριμώχνονταν τα οικονομικά ή που οι οικονομικές συζητήσεις με φίλους έβαιναν σε αδιέξοδο. ΄Ηταν η ίδια κάθε φορά, αλλά δεν τη βαριόμουν ποτέ. Καθόμουν αναπαυτικά και ρουφούσα τη διήγηση περιμένοντας με την ίδια λαχτάρα να ακούσω το τέλος.

 

Στον ίδιο δρόμο ζούσαν κάποτε ένας πλούσιος έμπορος κι απέναντι ακριβώς ένας φτωχός βιοπαλαιστής. Ο έμπορος σε μια επιβλητική διώροφη έπαυλη κι ο φτωχός σ΄ένα νοικοκυρεμένο φτωχικό, πλίθινο μονόχωρο σπίτι, ασπρισμένο και παστρικό, με γλάστρες στα παράθυρα και ευτυχία μέσα στους τοίχους του.

Ο έμπορος ζούσε μόνος του στο τεράστιο μέγαρό του, ο φτωχός στριμωχνόταν μαζί με τη γυναίκα του και τα τέσσερα παιδιά του σ΄αυτό το δωμάτιο. Ο φτωχός ήταν εργάτης κι αγρότης, ανάλογα την εποχή και τη ζήτηση.

΄Ολα κυλούσαν ήρεμα και είχαν ο καθένας τη ζωή του, ώσπου για τον φτωχό τα πράγματα άρχισαν να πηγαίνουν άσχημα. Το εργοστάσιο που δούλευε έκλεισε, και σαν να μην έφτανε αυτό, χαλάζι έπεσε στο χωραφάκι που είχε με τόσο κόπο και προσωπική εργασία σπείρει με αποτέλεσμα να καταστραφεί η παραγωγή του πριν καν τη διαθέσει στην αγορά και πληρωθεί για τους κόπους του και τα έξοδα που είχε κάνει.

΄Ετσι, έπεσε στην ανάγκη του εμπόρου. Χρειάστηκε ένα ποσό για να πληρώσει τα δάνεια που είχε στην τράπεζα και να μπορέσει να βγάλει και τα έξοδα και τους λογαριασμούς της οικογένειας που εν τω μεταξύ είχε μείνει ρέστη. Δανείστηκε ένα ποσό και ρίχτηκε στην προσπάθεια να βρει λύση για να το ξεπληρώσει στις δόσεις που είχαν οριστεί και φυσικά με δυσανάλογα μεγάλο τόκο.

 

Για λίγο διάστημα τα κατάφερνε. ΄Εκανε κάτι μεροκάματα, έγινε λαντζέρης, μπογιατζής, δούλεψε στα ναυπηγεία, δούλεψε μαύρα, άσπρα, κίτρινα. Εξοικονομούσε όμως τη δόση γιατί είχε βάλει ενέχυρο το χωράφι στην περίπτωση που ήταν ασυνεπής έστω και για ένα μήνα. Ο έμπορος τον είχε βάλει να υπογράψει χαρτιά και θα του το έπαιρνε αν καθυστερούσε να πληρώσει έστω μια δόση.

 

΄Ηταν Ιούνης τότε, είχαμε μπει για τα καλά στο καλοκαίρι και πλησίαζε η ημερομηνία που θα έπρεπε να πληρώσει ο φτωχός τον πλούσιο έμπορα. Και έστιβε το μυαλό του να βρει μια λύση, γιατί δεν είχε συγκεντρώσει ούτε τα μισά λεφτά. Είχε στείλει τα παιδιά στο χωριό, να δουλέψουν στα κτήματα ενός πλούσιου κοντά στον ξάδερφό του. Είχαν μείνει με τη γυναίκα του να τρώνε ξεροκόματα. Οι δουλειές δεν υπήρχαν πια, ούτε καν τα μεροκάματα από δω κι από κει. Πριν τρεις μήνες τρία, τον προηγούμενο μήνα ένα μεροκάματο, τον Ιούνιο δεν είχε δουλέψει καθόλου.

Μια βδομάδα δεν κοιμήθηκε, έσπαγε το κεφάλι του να δει τι θα κάνει, πώς θα εξοικονομήσει τα λεφτά αλλά τίποτε. Ρώτησε από δω, παρακάλεσε από κει, χωρίς αποτέλεσμα. Ούτε μια κουτσοδουλειά να βγάλει έστω μερικά χρήματα.

΄Εμεινε έτσι μισοτρελαμένος, με τα μάτια γυάλινα απ΄την αϋπνία, το πρόσωπο αποστεωμένο από την πείνα και την αγωνία για μια βδομάδα. Το τελευταίο βράδυ πια, πήρε το σεντόνι του και την έβγαλε στον καναπέ και στριφογύριζε συνέχεια, προσπαθώντας να βρει λύση. Αλλά μάταια.

Είχε μόλις αρχίσει να χαράζει όταν σηκώθηκε η γυναίκα του να ψήσει καφέ. Σίγουρα κι εκείνη δε θα είχε κλείσει μάτι. Ο φτωχός της ιστορίας μας σηκώθηκε, νίφτηκε, ξυρίστηκε και έβαλε τα ρούχα της δουλειάς του. ΄Ηπιε δυο γουλιές καφές και βγήκε απ΄το σπίτι. Εκείνη την ώρα το ρολόι της εκκλησίας χτυπούσε έξι.

 

Ο φτωχός με αποφασιστικά βήματα διέσχισε το δρόμο και σε ένα λεπτό χτυπούσε το κουδούνι στο απέναντι σπίτι, στο απέναντι σπίτι του πλούσιου δυνάστη-δανειστή του. Στην αρχή δεν ακούστηκε τίποτε, ύστερα ένα φως φάνηκε στο επάνω παράθυρο, ακούστηκαν βήματα κι η πόρτα να ξεκλειδώνει. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, αλλά δε φοβόταν, ούτε ανησυχούσε πια.

 

Στην περίτεχνη σκαλιστή πόρτα της εισόδου, φάνηκε ο πλούσιος έμπορος μ΄ένα καντηλέρι στο χέρι και με τη νυχτικιά του. Πριν προλάβει να πει λέξη, ο φτωχός μίλησε και είπε :

– Καλημέρα και σε σένα, άρχοντα. Ξέρω ότι σήμερα λήγει η προθεσμία για τη δόση και δεν έχω τα λεφτά. Είμαι χωρίς δουλειά. Μια βδομάδα είμαι άυπνος και προσπαθώ μάταια να βρω λύση, αλλά λύση δεν βρήκα. Κι ανάποδα να με γυρίσεις δεν έχω φράγκο. Μπορείς αν θέλεις να μου πάρεις το σπίτι, να μου πάρεις το χωράφι, να μου τα πάρεις όλα. Πάντως τα λεφτά σου δεν τα έχω, και δεν πρόκειται να τα πάρεις. Και κάτι άλλο……

– Μια βδομάδα έχανα τον ύπνο μου προσπαθώντας να βρω λύση. Τώρα ήρθε η ώρα να τον χάσεις εσύ.

Και με γρήγορα βήματα γύρισε σπίτι του, έβαλε τις πυτζάμες του και χώθηκε στα δροσερά σεντόνια να κοιμηθεί. Και κάπου μακριά του φάνηκε ότι άκουσε να παίζει ένα γραμμόφωνο μια ουράνια μελωδία.

Ξαναβρήκε τον ύπνο του.

 

Κι εγώ το ίδιο.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s