Τα δικά μου κούλουμα

Και νά ‘μαι πάλι, σ΄αυτό το ταξίδι στην οδό των Αναμνήσεων, και ειδικά σ΄αυττές της Καθαρής Δευτέρας. Στο χωριό μου, χωριουδάκι μου και πατρικό σπιτάκι μου.

Κάθε χρονιά σχεδόν, πηγαίναμε, γιατί ο μπαμπάς αγαπούσε πολυ το χωριό και τα έθιμά του και ήθελε να τα ζούμε οικογενειακώς. Κάθε χρονιά η Καθαρή Δευτέρα ήταν νωρίς στη χρονιά, και σ΄ένα τόπο που συνήθως πιάνει ενάμιση μέτρο χιόνι, έκανε κρύο εκείνες τις Αποκριές που περνούσαμε εκεί, αλλά εμάς τα παιδιά δε μας ένοιαζε.

Σήμαινε αναμμένο τζάκι, σήμαινε τηγανόψωμα, σήμαινε σόμπα και ιστορίες στη φωτιά. Και σήμαινε το Σαββατόβραδο, περίεργα χτυπήματα, άγρια στην πόρτα, ο μπαμπάς όμως δεν τρόμαζε, έλεγε : «Ανοίχτε!». Γιατί ήξερε.

Εμείς μόνο, σαστισμένα Αθηναιάκια, παιδιά της πόλης, τρομάζαμε να δούμε να δρασκελίζουν το κατώφλι κείνα τα απόκοσμα πλάσματα, οι μουτζούρηδες.

Τα παιδιά του χωριού, ντυμένα με ό,τι βρίσκανε στις ενήλικες ντουλάπες του σπιτιού και με τα μούτρα πασαλειμένα με φούμο, μουτζούρα, δηλαδή, από τα κάρβουνα ή το τζάκι. Κι άγριοι, χτυπούσαν τις πόρτες και ζητούσαν γλυκά και λιχουδιές ή πιο σπάνια, χρήματα.

Αλλά δεν έφευγαν αν δεν τους άνοιγαν. Δεν μιλούσαν, μόνο μούγκρζαν, θυμάμαι και χτυπούσαν δυνατά και απότομα τις πόρτες και τα παράθυρα με μαγκούρες. Τι Χαλοουγουίν και Αμερικανιές, στο χωριό μου υπήρχε το trick or treat από τότε που δεν ξέραμε τίποτε για την Αμερική, προφανώς το έθιμο κρατούσε από τις παγανιστικές τελετές σχετικές με το Διόνυσο, σχετικές με έθιμα που ακόμα αναβιώνουν κάθε χρόνο και σε άλλες περιοχές της χώρας.

Οι δικοί μας μουτζούρηδες λοιπόν, έμπαιναν σπίτι, εισέπρατταν ευχές και χαμόγελα, και νηστίσιμα γλυκά, αμυγδαλωτά ή σκαλτσούνια που είχαν φτιάξει οι νοικοκυρές, ή κάνα ττηγανόψωμο, καμιά φορά καμιά δεκάρα ή εικοςάρα.

Ντυμένα, με φούμο στα παιδικά πρόσωπα, πάντα σε ομάδες, και πάντα έτσι που να μην γνωρίζονται ή που να εξάπτουν την περιέργεια να τους ανακαλύψουν ποιοι είναι. Και μεις, τους περιμέναμε με λαχτάρα ανάμεικτη με φόβο, να περάσουν, να αγριέψουν, να κεραστούν και να φύγουν, σίγουροι πως έτσι τηρείται το έθιμο και πάει καλά η χρονιά, μπαίνει σωστά η άνοιξη.

Κι ύστερα, ο μπαμπάς άρχιζε τα τηλέφωνα στους Κουμιώτες και Ξυλιθιώτες φίλους μας, που είχαν έρθει κι αυτοί απ΄την Αθήνα για Καθαροδευττέρα. Και τους καλούσε ή κανονίζανε να πάμε εμεις, να ενώσουμε τα φαγητά, οι νοικοκυρές μοιράζανε τα πιάτα που ήταν να μαγειρέψει η κάθε μια, να μαζευτούμε να γιορτάσουμε όλοι μαζί.

Να σμίξουμε.

Κι έρχονταν και μαζευόμαστε, και ύστερα βγαίνανε από το πουθενά οι καςέτττες και στήνονταν οι χοροί και μας έπαρινε το σούρουπο χορεύοντας και τραγουδώντας, κάποιος γρατζουνούσε ύστερα μια κιθάρα, καφέδες και γλυκά και φτου κι απ΄την αρχή ως το βράδυ με κρασιά ως τις πρώτες αναχωρήσεις για την Αθήνα.

Ξεπροβοδίσματα, αγκαλιές και ευχές, στις ξώπορτες, χαιρετάγαμε ένα ένα τα αυτοκίνητα με μια ευχή όλοι στο στόμα : Και του χρόνου !

Αδέρφια μου πατριώτες, Ξυλιθιώτες και συνέλληνες, πατριώτες στο εξωτερικό, καθώς μαγείρευα για το Σαρακοστιανό τραπέζι, τούτο πιο πολύ μου έλειψε. Αυτό που ο πατέρας διακαώς επιθυμούσε όλα τα χρόνια εκείνα να κάνει πράξη.

Το σμίξιμο. Τη μέθεξη. Να ενωθούν τα φαγητά, η διάθεση, η χαρά, οι καρδιές, να σμίξουν τα βάσανα, τα όνειρα, οι μυρωδιές, οι προσδοκίες, να ανταμώσουν οι φίλοι να σμίξουνν οι συγγενείς, να σμίξουν οι ψυχές και να φτιάξουν κι άλλες αναμνήσεις.

Να σμίξωμε. Να φτιάξουμε αναμνήσεις.

Και του χρόνου.

IMG_3462-1

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s